Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Τα κύματα, Καστοριά 23-09-1951


Γιατί τὰ μαρακύματαδνκαμανγιπίσω
κι’πίσω το καράβι μου τςξενητεις νφέρουν,
νμβρεθστ ξένηγῆ, ξένος μέσα στος ξένους,
μήδετγέλοιο ν γροικῶ , μήδε χαρννιώθω;

Τκύματα τνπόνομουδν μπόρεσαν νπνίξουν
κι’ ἂ
ν τκαράβιβάραινεν π’ τπολλλαχτάρα.
Τκύματα παρακαλκαβαρειαναστενάζω
τν λόγο μου στ μάννα μοὔ, στ μάννακι’ δερφή μου,

ν φέρουνε καντς πον καντς μολογήσουν
πὼςθλίβομαι στς ξενητεις τς μαραμένες στράτες.
Τὰ
κύματα τν πόνομουνφέρουν στν καλήμου
ποῦ ἔχασετ συντροφιτο γαπητικοτης.

Γιατίτμαρακύματαστς ξενητειςτδρόμο
κα τν καρδιά μουμαύρισαν, μαυρίσαν τν ψυχή μου,
κι’ θάλασσα πο θέριεψε βαθειστσωθικάμου
δὲ
ν λέει νπόσημιφορά, δνλέειγι ν μερέψει;

Σκοτεινιασμένακύματαμφέρατε στξένα,
στξένα τα παντάξενα καζχωρςτγέλοιο.
Τ κύματα π’φρίζουνε ες τογιαλοτνκρη
κα δάκρα τραντίζουνεκαδάκρυα τβρέχουν.

Φέρνουν κι’ ἐμτς ξενητεις τ θλιβερτ δάκρα,
τ δάκρα ποτμάτια μου τπονεμέναχύνουν.
Μάννα,ὁ καημς τς ξενητειςτγιατρει δν χει
κι’νάθεμα τξενητειποπίνωτν καημό της


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου