Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Δέησις, Καστοριά 27-02-1949




Τί συμφορὰ ἐνέσκυψε, Θεέ μου, εἰς τὸν κόσμον!
Τί δεύτερος κατακλυσμός, τί φρίκη κι’ ὀδυρμός!
Ὁ ἄνθρωπος καταπατῶν πᾶν ἱερὸν καὶ νόμον
κατέστη εἰς τὴν ἠθικὴν ἐμπόδιον, φραγμός!

Εἰς μάτην ἀγωνίζεται εἰρήνη ν’ ἀποκτήση,
εἰς μάτην αἱμοφύρεται ἐλπίζοντας εἰς νίκην,
μὴ ἔχων τὴν ἰδέαν του γιὰ νὰ μετανοήση
δέχεται τὰ ραπίσματα ἀπὸ τὴν Θείαν δίκην.

Χριστέ, ὅταν σαρκώθηκες καὶ ᾖλθες εἰς τὸν κόσμον
καὶ ἔσωσες τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν,
καθὼς ἐκαταντήσαμεν γένος τῶν παρανόμων
ἐλθὲ καὶ πάλιν εἰς τὴν γῆν, γιὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν.

Ἐπέσαμεν οἱ ἄθλιοι στὴν ἁμαρτία ἀχρείως
καὶ ἄξιοι δὲν εἴμεθα νὰ σ΄ἐπικαλισθῶμεν
διότι κατελείψαμεν τὴν Σὴν ὁδὸν τελείως
μηδόλως λογιζόμενοι καὶ Σοῦ νὰ δεηθῶμεν.

Χριστέ μου ὅταν ἔπασχες εἰς τὸν Σταυρὸν ἐπάνω
διὰ τὰς ἁμαρτίας μας μὲ γοερὰ φωνὴ
τὸν Σὸν πατέρα ἔκραξες στοὺς οὐρανοὺς ἐπάνω
κι’ ἐφώναξες «Ἠλὶ Ἠλὶ λαμὰ σαβαχθανί»!

Ὁμοίως ἠμεῖς πάσχοντας στὸν βόρβορον πεσμένοι
καὶ ἕρποντες ὡς σκώληκες οἱ πανουτιδανοὶ
σοὶ κράζομεν, φιλεύσπλαχνε, οἱ τρισδυστυχισμένοι
καὶ λέγομεν «Ἠλὶ Ἠλὶ λαμὰ σαβαχθανί»!

Δύναμις δὲν ἀπέμεινε στὸν κόσμον νὰ δαμάση
τοῦ Ἅδου τὸ ἀχόρταγον καὶ αἱμοχαρές,
τὴν λαίλαπα τὴν φοβερὴν ὀλίγον νὰ κοπάση
καὶ νὰ χαρίση εἰς ἠμᾶς εἰρήνην καὶ χαρές.

Οἰκτήρισον, φιλάνθρωπε, τὸ πλάσμα τῶν χειρῶν σου,
γενοὺ καὶ πάλιν λυτρωτής, τοῦ κόσμου ὁ Σωτήρ,
ὡς ἔκτεινας τὰς χεῖρας σου ἐπάνω στὸν σταυρόν σου,
ὡς ἔλαμψας στὸν κόσμον σου τῆς Βηθλεὲμ ἀστήρ.  

Χινόπωρο, Καστοριά 31-01-1954



Γλυκὸ τραγοῦδι ἀρρωστημένο ξεψυχᾷ
μεσ’ στὰ κατάχλωμά του χινοπώρου χέρια.
Τριζοβολᾷ γυμνὸ κλαρί, ἀγκομαχᾷ
ἀπ’ τοῦ ἀνέμου τὰ χτυπήματα τὰ καίρια.
Σιγοπεθαίνει ἡ χάρα καὶ σβην’ ἡ λάμψη
κι’ ὅλο νομίζεις πὼς ὁ χάρος τ’ ἀγκαλιάζει.
Τοῦ σπουργιτιοῦ ἀκούγεται μονάχα ἡ κλάψη
σὰν ἡ βροχὴ τὸ κυνηγᾷ καὶ τὸ ἀγιάζι.
Χινόπωρο!... Σταχτιὰ ἀνεμοζάλη πνίγει
κάποιο χαρούμενο σκοπὸ ποὺ πρῶτα ζοῦσε.
Μὲ τὴν βροχὴ τὸ δάκρυ κάποιας λύπης σμίγει
ἐνῷ θυμᾶσαι αὐτὴ ποὺ ψεύτικα ἀγαποῦσε.
Χινόπωρο!... Ὅλα ζοῦνε ἀνόρεξα στὴν γῆ
καὶ ἡ ψυχή σου κάποια γαλήνη νοσταλγεῖ.